Να είσαι εκεί…

Image by © Peter Eriksson/Johnér Images/Corbis

Ρεγγίνα Μπελλιόν(2)  Μετάφραση από τα γερμανικά: Άννα Εμμανουηλίδου

Η συγγραφέας περιγράφει ένα «επικίνδυνο πείραμα αυτοβοήθειας» στον φιλικό της κύκλο. Έναν τρόπο να συνοδεύσει κανείς μια ψύχωση χωρίς ψυχιατρική. Η βοήθεια αυτή προέκυψε ως ανάγκη σε περίοδο που δεν υπήρχε άλλη διέξοδος και βασιζόταν στην προσωπική εμπιστοσύνη. Οι φίλοι έμεναν μαζί, τολμούσαν μαζί, έπρατταν αυθόρμητα και χωρίς εμπειρία κατά τη διάρκεια της κρίσης. Και έμαθαν μέσα από την πράξη πώς γίνεται. Αυτό ήταν πριν από 20 χρόνια. Η Ρεγγίνα Μπελλιόν περιγράφει με τρόπο εντυπωσιακό την εμπειρία της.

Όταν έχω ήδη «ξεφύγει», ένα νοσοκομείο δεν είναι ο τόπος που θα μου έκανε καλό. Υπάρχουν εναλλακτικές. Μα εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα από αυτές τις εναλλακτικές. Δεν ενημερώθηκα για τίποτα, δεν σκεφτόμουν τίποτα και έτσι ξαναγλίστρησα σε μια νέα ψύχωση. Δεν ήμουν ένας άνθρωπος. Ήμουν μια εικόνα που ταξίδευε στις εποχές αόρατη, αθάνατη, μοναχική ανάμεσα σ΄ αυτούς τους αδειανούς από ανθρώπους πλανήτες. Όφειλα να πληρώσω κάποιο χρέος, που δεν ήταν δικό μου. Ήταν ο μόνος τρόπος για να σωθεί το ηλιακό σύστημα από την καταστροφή. Το σπίτι μου δεν υπήρχε πια. Περπατούσα μέσα σε μια έρημο, όπου σφύριζε ο αέρας. Δεν ήταν μέρα, ούτε νύχτα. Κι αυτό θα συνεχιζόταν για πάντα, μια και ήμουν αθάνατη. Σε τι χρησίμευε που γνώριζα τις κρυφές συνδέσεις του κόσμου, που είχα μπρος στα μάτια μου τον τύπο που εξηγούσε το σύμπαν; Έλαμπε μπρος μου σε φωτεινά πράσινα γράμματα νέον πάνω από το τηλέφωνο, ο στόχος της επιστήμης μού ήταν πια ορατός και πλήρως αδιάφορος. Έπαιρνα τηλέφωνα. Γέμισα κάποιους τηλεφωνητές με μηνύματα. Ήθελα να ξέρω αν οι φίλοι μου ζουν ακόμη, αν γλίτωσαν από την συντέλεια του κόσμου.

«Στην έρημό μου κάποιος μου έφτιαχνε τσάι»

Λίγο μετά όλα ήταν αλλιώς. Στην έρημό μου κάποιος μου έκανε τσάι. Με ξάπλωσαν και δεν με άφηναν πια να μιλώ. Ασώματα όντα, κάτι σαν σχήματα, φρόντιζαν να παραμείνω ξαπλωμένη. Μου πίεζαν ρυθμικά τα χέρια πάνω στην κοιλιά μου, μέχρι η αναπνοή μου να γίνει κανονική. Είχαν τα πρόσωπα των φίλων μου, ήταν η τέλεια απομίμηση. Αυτοί οι εισβολείς είχαν τρομερά πράγματα στο μυαλό τους. Μόνο μια θυσία, ο θάνατός μου, θα μπορούσε να τους εξευμενίσει. Έπρεπε να κρεμαστώ. Αμέσως. Μα κάποιος με κρατούσε σφιχτά. Χτυπιόμουν από δω κι από κει, μα κατάφεραν να με ξαναξαπλώσουν. Αυτός ο αγώνας επαναλήφθηκε, όπως μου φάνηκε, χρόνια ολόκληρα.

Αργότερα καθόταν δίπλα μου μια φίλη και μου είπε ότι κοιμήθηκα καμιά ωρίτσα. Φάνηκε να χαίρεται γι’ αυτό. Ακόμα πιο ύστερα μπόρεσα να αναγνωρίσω ένα παράθυρο, το παράθυρό μου. Κατάλαβα ότι έξω ήταν μέρα και ρώτησα τι μέρα είναι. Δεν κατάλαβα τίποτα από την απάντηση.

Εν τέλει αποδείχτηκε ότι για μια ολόκληρη εβδομάδα βρισκόμουν σε ψυχωσική κατάσταση και έπρεπε να με κρατούν σφιχτά τις πρώτες μέρες, για να μην κάνω καταστροφές και ανησυχήσω τους γείτονες. Κι έτσι αποφεύχθηκε από πρώτης αρχής όλος ο γνωστός μηχανισμός: γείτονες, αστυνομία, δικαστής, ασθενοφόρο, ψυχιατρική, νευροληπτικά και όλες οι δυσκολίες που ακολουθούν μια παραμονή στο ψυχιατρείο.

Αντιλαμβανόμουν την πραγματικότητα στην αρχή μόνο αποσπασματικά. Συνέχιζαν βέβαια να τρέχουν μπρος μου ψυχωσικά φίλμ, αλλά μπορούσα να αναγνωρίσω πίσω απ’ αυτά την πραγματικότητα. Στο τέλος η πραγματικότητα ήταν πιο ξεκάθαρη και ήταν πια στο χέρι μου να επιλέξω πόσο χώρο θα άφηνα στα ψυχωσικά «φίλμ».

Οι φίλοι μου είχαν εξαντληθεί, αλλά ήταν ικανοποιημένοι, γιατί η κατάσταση δεν είχε ξεφύγει αυτή τη φορά από τον έλεγχο. Χαίρονταν από όσα κατάφεραν, πράγματα που δεν τους είχε δείξει και διδάξει κανείς, αλλά είχαν από μόνοι τους ανακαλύψει. Σε όλους μας έτρεμε ακόμα το έδαφος κάτω από τα πόδια μας και ο καθένας χρειαζόταν πια χρόνο για τον εαυτό του. Τελικά πήγα να πλυθώ και άρχισα να καταγίνομαι με απαραίτητες δουλειές στον κήπο και το σπίτι. Πεινούσα, κρύωνα – αυτό ήταν καλό, μπορούσα επιτέλους να ξανανιώσω το σώμα μου. Ένιωθα μια βαθιά ευγνωμοσύνη. Ήμουν ευγνώμων στους φίλους μου και ευγνώμων που ζούσα ακόμα.

Δεν ήμασταν μια συνηθισμένη ομάδα αυτοβοήθειας. Γνωριζόμασταν από τη ντίσκο ή μέσω κοινών φίλων. Αυτό που μας ήταν σημαντικό δεν ήταν η σκέψη της αυτοβοήθειας, αλλά όλα τα άλλα που κάναμε μαζί. Δε νιώθαμε καν ομάδα. Διαβάζαμε ο ένας στον άλλον βιβλία και ο ένας έκοβε τα μαλλιά του άλλου. Όποιος γκρίνιαζε πως τον πονάει η πλάτη του κέρδιζε ένα μασάζ. Όποιος έκανε κοπάνα από το σχολείο ερχόταν στο σπίτι μου, ξάπλωνε δίπλα μου στο κρεβάτι και κοιμόμασταν ως αργά το πρωί. Λέγαμε ο ένας στον άλλον τα όνειρα, τις επιθυμίες, τους φόβους μας. Ξέραμε ποιος από μας έβλεπε σε κρίσιμες φάσεις έναν μαύρο πάνθηρα, ποιος απέφευγε στο δρόμο το δάσκαλό του, γιατί πίστευε ότι με ένα κοίταγμα στα μάτια αυτός του μεταβίβαζε σκέψεις. Στην πορεία διαπιστώσαμε ότι και οι επτά μας είχαμε εμπειρίες παραισθήσεων, κατάθλιψης ή ιδεών καταδίωξης. Πέντε από μας είχαν πάρει κάποια ψυχοφάρμακα από γιατρούς. Τέσσερις είχαν γνωρίσει το ψυχιατρείο και ακούσιους εγκλεισμούς. Δε μας ενδιέφερε ιδιαίτερα αυτό. Σημαντική για μας ήταν η καθημερινότητά μας και ο χρόνος που περνούσαμε μαζί. Και για μένα ήταν σημαντικό πως είχα φίλους, παρόλο που είχα ξεφύγει απ’ όλα τα όρια και ήμουν μίλια μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων. Με την τάση μου προς τη σχιζοφρένεια ήμουν, για να ήμαστε ειλικρινείς, μια περίπτωση για αναπηρική συνταξιοδότηση ήδη από πολύ νωρίς. Φυσικά υπήρχαν και φίλοι που δεν είχαν ούτε συμπτώματα, ούτε διάγνωση. Και γρήγορα κατανόησαν ότι στη ζωή κάθε ανθρώπου μπορεί να έρθει κάποια στιγμή, στην οποία μπορεί να αναπτύξει συμπτώματα, όπως παραισθήσεις, και πως αυτά δεν είναι ούτε τρελά, ούτε χωρίς νόημα.

Δεν είχαμε καθόλου σκεφτεί στην αρχή πως θα μπορούσαμε να ξανααντιμετωπίσουμε μια τόσο ακραία κατάσταση, όσο αυτή που σας περιέγραψα στην αρχή και πως κάποιος άλλος από μας θα ήταν στη θέση του ασθενούς. Το επικίνδυνο εγχείρημα αυτοβοήθειας που φέραμε σε πέρας δεν ήταν λοιπόν προγραμματισμένο. Καταλήξαμε εκεί, γιατί δεν θέλαμε να αφήσουμε ο ένας τον άλλον μόνο σε δύσκολες καταστάσεις.

Για τον έναν φίλο μας το θέμα ήταν πώς θα κατάφερνε να φέρει σε πέρας την επαγγελματική του εκπαίδευση χωρίς μεγάλα κενά. Για μια φίλη το αν θα έχανε την επιμέλεια των παιδιών της. Και για μένα, το αν θα κλεινόμουν μόνιμα σε κάποιο άσυλο. Ρισκάραμε λοιπόν την ανεξαρτησία, το αυτοκαθορισμό μας, την ποιότητα ζωή μας συνολικά. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο προσπαθούσαμε να στηρίξουμε όσο γινόταν ο ένας τον άλλον. Και ήταν ξεκάθαρο ότι όλα έπρεπε να γίνουν με απόλυτη μυστικότητα.

Αυτό που συνέβαινε στη δική μας αυτοβοήθεια, σε αντίθεση με την ψυχιατρική, ήταν κυρίως: το ότι μέναμε δίπλα σ’ αυτόν που υπέφερε. Αυτό ίσως ακούγεται εύκολο, αλλά δυσκολευόμασταν πολύ, κυρίως σε λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, κανείς από μας δεν είχε καταφέρει να ζητήσει εγκαίρως βοήθεια. Τα τηλεφωνήματα έφταναν συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο συνομιλητής μας μιλούσε εντελώς σχιζοφρενικά ή δεν καταλάβαινες καν τι έλεγε. Δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα, απ’ το να τρέξουμε εκεί. Αν μπορούσαμε, τηλεφωνούσαμε αμέσως κάποιον, ο οποίος έπρεπε να οργανώσει τον ερχομό και άλλων προσώπων, για να κάνουμε βάρδιες. Όσο μεγαλύτερος είναι ο φόβος του ασθενούς, τόσο υψηλότερη η επιθετικότητά του. Και εννοούμε: καταστροφές αντικειμένων, αυτοτραυματισμούς, μελανιές σ΄ όσους συμμετείχαν.

Φυσικά ο ασθενής θέλει να πει τι του συμβαίνει. Γιατί αυτό που ζει είναι σημαντικό και περίεργο. Για παράδειγμα μιλάει για έναν όρκο, το παρασκήνιο του οποίου επιτέλους κατανοεί, ή είναι σίγουρος-η ότι το φαϊ έχει δηλητήριο. Θα μπορούσε επί ώρες να μιλά γι’ αυτό και αυτό θα έφερνε μαζί του μια σειρά από άγριες πράξεις. Όχι τώρα! Αργότερα, όταν η ψύχωση θα έχει περάσει, μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό όσο θέλει. Αυτό είναι αναγκαίο, ώστε στη συνέχεια οι συμμετέχοντες να αντέξουν το γεγονός, έστω και εκ των υστέρων. Αλλά τώρα αυτό που έχει σημασία είναι η ηρεμία. Απαντάμε στις ερωτήσεις του, για να έχει ο ασθενής την αίσθηση του προσανατολισμού. Και του λέμε: «αυτό που ζεις είναι μια ψύχωση, περνάει κι εγώ θα μείνω μαζί σου».

 «Νησίδες πραγματικότητας στη θάλασσα της ψύχωσης»

Βοηθητικός είναι κάποιος, του οποίου η παρουσία δεν βιώνεται με ανησυχία από τον ασθενή, και ο οποίος από μόνος του είναι αρκετά συγκροτημένος και μπορεί να κρατήσει για αρκετό χρόνο την ηρεμία του. Το κυριότερο καθήκον αυτού του «βοηθού-συνοδού» είναι να δημιουργεί ένα κλίμα ευχάριστης ηρεμίας, αυτονόητου και αισιοδοξίας και να περιμένει με φιλικότητα.

Είναι σημαντικό να βρει ο ενδιαφερόμενος μια κανονικότητα στην αναπνοή του και κατά το δυνατόν να είναι ξαπλωμένος-η. Μια ψύχωση, ακόμα κι αν διαρκέσει οκτώ και παραπάνω μέρες, μπορεί να αποκλιμακωθεί στο κρεβάτι, αν είναι πάντα κάποιος εκεί, τον οποίο ο ασθενής εμπιστεύεται.

Ο συνοδός αυτής της κατάστασης δεν είναι σε καμιά περίπτωση μάρτυρας μιας τρέλας χωρίς βάση. Γιατί ο ενδιαφερόμενος έχει κάθε τόσο σύντομα διαστήματα σύνδεσης με την πραγματικότητα. Είναι οι στιγμές κατά τις οποίες ο ίδιος ακούει και καταλαβαίνει αυτά που εμείς του λέμε ψιθυριστά και εφησυχαστικά. Σ’ αυτή ακριβώς τη στιγμή μπορούμε να επηρεάσουμε τη συμπεριφορά του ασθενούς. Τώρα είναι και η κατάλληλη στιγμή για να τον ξαπλώσει κανείς και να προσπαθήσει να επηρεάσει την αναπνοή του. Μόνο όταν η αναπνοή γίνει ήρεμη και κανονική, αρχίζει να φεύγει και ο φόβος.

Αυτά τα σύντομα διαστήματα, κατά τα οποία αναγνωρίζεται η πραγματικότητα, είναι νησίδες πραγματικότητας στη θάλασσα της ψύχωσης. Μπορεί κανείς να τις εμπιστευτεί αυτές τις νησίδες και να τις αξιοποιήσει. Κάθε φορά το ξαναδιαπιστώνουμε με έκπληξη και ευγνωμοσύνη. Όσο τραγική και να είναι η ψύχωση, η επόμενη νησίδα πραγματικότητας έρχεται, είναι στο δρόμο. Είναι στο χέρι του συνοδού το πώς θα την αξιοποιήσει. Όσο καλύτερα και όσο πιο ασφαλής νιώθει ο ασθενής σ’ αυτές τις νησίδες, τόσο πιθανότερο είναι αυτές να πολλαπλασιαστούν. Ακόμα κι αυτός που έχει διαλύσει το σπίτι, έχει σπάσει πράγματα και θέλει να κάνει επικίνδυνα πράγματα, βιώνει από καιρού εις καιρόν νησίδες πραγματικότητας. Όταν έχει φτάσει σε μια τέτοια νησίδα μπορεί για παράδειγμα ο ενδιαφερόμενος να αναγνωρίσει το συνοδό του. Ακόμα κι αυτός που μιλά σχιζοφρενικά έχει κάπου κάπου νησίδες πραγματικότητας και μπορείς να συζητήσεις μαζί του. Κι έτσι εξηγείται πώς είναι δυνατόν ένας φίλος που βρίσκεται σε οξύ ψυχωσικό επεισόδιο να αφεθεί στην αγκαλιά σου ή να ξαπλώσει μαζί σου, λίγα λεπτά αφού του μιλήσεις φιλικά.

Το πήγαινε-έλα ανάμεσα σε φάσεις ταραχής, που προκαλεί ο ασθενής και σε φάσεις ηρεμίας που προκαλεί ο συνοδός, μπορεί να διαρκέσει πολύ. Σ’ αυτή τη φάση είναι χωρίς νόημα να προσπαθήσει κανείς να φέρει τον ύπνο με υπνωτικά χάπια. Όσο η ψύχωση βρίσκεται στην πλήρη της εξέλιξη δεν μπορεί κανείς να σκεφτεί τον ύπνο. Όποιος όμως ζει την ψύχωσή του κυρίως ξαπλωμένος, περιέρχεται από καιρού εις καιρόν σε μια κατάσταση μισοκοιμίσματος κι έτσι ξεκουράζεται τουλάχιστον, σε μια φάση που δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όταν έχει κανείς ζήσει αυτή την κατάσταση και ξέρει ότι μετά από το πολύ μία εβδομάδα ο ύπνος επιστρέφει σε γενικές γραμμές χωρίς καμία παρέμβαση, δεν ανησυχεί και τόσο απ’ αυτό το θέμα. Στη φάση που η ψύχωση υποχωρεί ο ύπνος δίνει την εντύπωση ότι είναι επιφανειακός και γεμάτος τρύπες. Η ψύχωση έχει περάσει πλήρως όταν ο ύπνος είναι βαθύς και έχει όνειρα. Έτσι λέει τουλάχιστον η εμπειρία μας.

 «…Τώρα είναι καλό να καθαρίσεις καμιά πατάτα…»

Όταν ο ασθενής είναι πια στο σημείο να βρίσκεται στην πραγματικότητα για περισσότερο από κάποιες στιγμές, πρέπει να το αξιοποιήσουμε. Τώρα είναι καλό να καθαρίσει καμιά πατάτα, να σκουπίσει την κουζίνα και άλλα τέτοια. Γιατί έτσι αρχίζει να καλλιεργείται μια μικρή επαφή με την πραγματικότητα.

Ο καθένας που συνοδεύει κάποιον φίλο σ’ αυτό το ταξίδι της ψύχωσης ζει καταστάσεις που συχνά τον φοβίζουν. Όποιος όμως έχει βιώσει επανειλημμένα μια ψύχωση, αντιμετωπίζει το όλο θέμα με μια νηφαλιότητα και ηρεμία. Ο φόβος που ίσως νιώσει ο συνοδός εξισορροπείται στην πράξη από τον ασθενή. Αυτός λέει για παράδειγμα ξαφνικά πράγματα όπως: «καλά που είσαι εδώ!» ή «πόσον καιρό είμαι σ’ αυτή τη φάση;» Είναι στιγμές που βρίσκεται στην πραγματικότητα και προσπαθεί να προσανατολιστεί μέσα σ’ αυτή.

Όταν φεύγουν οι ψυχωτικές «ταινίες», όταν οι παραισθήσεις διαλύονται ή δεν είναι πια τόσο ανησυχητικές, όταν ο ασθενής κοιμάται πια σε συνέχεια αρκετές ώρες, τότε επιτέλους συνειδητοποιεί τι κάνουν οι φίλοι του γι’ αυτόν. Καταλαβαίνει τότε πως κι αυτοί χρειάζονται προσωπικό χρόνο για τις δουλειές τους. Δε χρειάζεται μια διαρκής εικοσιτετράωρη συνοδεία. Ωστόσο παίρνει μερικές εβδομάδες μέχρι να χάσει κάπως την σημασία του αυτό που βιώθηκε. Σ’ αυτή τη φάση – αν δεν παίρνω ψυχοφάρμακα που με ναρκώνουν – ξαναβιώνω το σώμα μου. Είναι σαν να φτάνω από ένα μακρύ, επικίνδυνο ταξίδι πίσω στον εαυτό μου. Σκοτώνομαι τότε στη δουλειά, για να μπορέσω να κοιμηθώ συνεχόμενα όλη τη νύχτα.

Σ’ αυτή τη φάση είναι καλό να μην έχει κανείς απαιτήσεις από μένα και να έχω την ησυχία μου. Γι’ αυτό και αποφεύγω τις δημόσιες εμφανίσεις. Νιώθω καλύτερα στον κήπο μου και με τα κατοικίδια ζώα μου. Τις απαραίτητες δουλειές του σπιτιού μπορώ να τις κάνω αργά και χωρίς άγχος. Χρειάζομαι πολύ χρόνο για τον εαυτό μου. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης νιώθω ευτυχισμένη. Χαίρομαι που ζω.

Μια ψύχωση, την οποία έχω βιώσει χωρίς ψυχιατρείο και χωρίς τη λήψη νευροληπτικών έχει για μένα μια εντελώς άλλη ποιότητα. Είμαι σίγουρη ότι πολλοί ψυχίατροι το γνωρίζουν αυτό! Όλοι αυτοί που εργάζονται σε πλαίσια εναλλακτικά των ψυχιατρικών κλινικών, όλοι αυτοί μοιάζει να το γνωρίζουν!

Όταν πολύ αργότερα έμαθα για το μοντέλο «Σωτηρία», για το Windhorse και άλλα εναλλακτικά προγράμματα, όταν διάβασα τα βιβλία του Stanislav Grof και του Podvol, τότε κατάλαβα ότι η δουλειά που γίνεται στα διάφορα εναλλακτικά πλαίσια μοιάζει πάρα πολύ μ’ αυτό που κάναμε εμείς, οι ανίδεοι ερασιτέχνες, από ένστικτο, την κρίσιμη στιγμή. Κι έτσι, ο τρόπος που βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον δεν μπορεί να είναι λαθεμένος.

Τελειώνοντας μένει να πω, πως εμείς μάθαμε από αυτή την ιστορία. Όταν δεν απωθώ τα ψυχωσικά μου βιώματα με νευροληπτικά, έχω για τη συνέχεια πολύτιμο υλικό στα χέρια μου. Εκ των υστέρων πρέπει να διαπραγματευτώ σοβαρά τις εικόνες, τα φίλμ, τις σκηνές που έζησα, οφείλω να τις χρησιμοποιήσω. Αποτελούν τα κλειδιά για πιθανές αλλαγές. «Αν κάποιος διαπιστώσει εγκαίρως τον ερχομό μιας ψύχωσης, μπορεί και να την αποφύγει». Αυτά είναι τα λόγια μιας γνωστής μου, που ξέρει πολλά για το θέμα. Αυτήν την πληροφορία χρησιμοποιεί ο καθένας από μας με τον δικό του τρόπο. Για μένα επί παραδείγματι, αυτό σημαίνει: όταν βλέπω σκιές και κινήσεις εκεί που κανονικά δεν θα ΄πρεπε να υπάρχει τίποτα, αμέσως αποσύρομαι, δεν θέλω να μιλώ και ξαναβάζω τον εαυτό μου και τις σκέψεις μου σε σειρά. Έτσι αποφεύγω οι σκιές να μεγαλώσουν, να πάρουν μορφή και να με εμπλέξουν σε συζητήσεις.

Ο καθένας από μας έχει μάθει να προλαμβάνει εξατομικευμένα την επόμενη κρίση του, δηλαδή, με άλλα λόγια, να φροντίζει πιο συνειδητά την ποιότητα ζωής του. Στο μεταξύ δεν μένουμε πια κοντά, αλλά έχουμε επαφή και γνωρίζω ότι από το 1993 ή 1994 δεν υπήρξε σε κανέναν από μας καμιά ψυχιατρική νοσηλεία, καμιά χρήση νευροληπτικών, καμιά βαριά κατάθλιψη και κανένα άξιο να αναφερθεί ψυχωσικό επεισόδιο. Ήμασταν τυχεροί: μέχρι πέρυσι το φθινόπωρο. Μια απόπειρα αυτοκτονίας, διανυκτέρευση στο νοσοκομείο, εξαπάτηση του γιατρού για να σ΄ αφήσει να φύγεις, όλα όπως παλιά. Κι όμως αλλιώς: βγαίνοντας, ξεκίνημα μιας επώδυνης ψυχοθεραπείας εδώ και μήνες.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι η βασική διαφορά ανάμεσα σε ψυχιατρικά νοσοκομεία και σε εναλλακτικά μοντέλα – κι ας είναι απλώς κάτι ερασιτεχνικό όπως στην περίπτωσή μας – μου φαίνεται να είναι η εξής: στα εναλλακτικά προγράμματα κανείς δεν μας αφαιρεί την ευθύνη του εαυτού μας, την αυτοπεποίθησή μας, την ιδιαίτερη προσωπικότητά μας. Εκεί μας δίνεται χρόνος.

Γιατί τα λέω όλ’ αυτά και πού θέλω να καταλήξω: είμαι ευγνώμων για οτιδήποτε εναλλακτικό.

Ρεγγίνα Μπελλιόν


(1) Μετφρ. Από τα Γερμανικά από το περιοδικό “Soziale Psychiatrie“, 01/2009, σ. 26-28.
(2) Η Ρεγγίνα Μπελλιόν είναι 67 ετών και άσκησε ως τώρα στη ζωή της διάφορα επαγγέλματα: βιομηχανική εργάτρια, δασκάλα κ.α. Σήμερα είναι συνταξιούχος και απολαμβάνει το να καλλιεργεί στον κήπο της λουλούδια και λαχανικά, ζώντας κοντά στη Βρέμη. Στα ελληνικά είναι δημοσιευμένο ένα ακόμα άρθρο της στο βιβλίο των Λέμαν & Εμμανουηλίδου, «Βγαίνοντας από τα Ψυχοφάρμακα», εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2008.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s